ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ

 

Το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα οικοδομήσεως της Αθηναϊκής Ακροπόλεως με επιβλητικά κτίρια τα οποία επιτελούν θρησκευτικούς/λατρευτικούς σκοπούς εκπέμποντας ένα σαφές ιδεολογικό μήνυμα, συντελείται σε μία χρονική συγκυρία κατά την οποία η Αθηναϊκή Πολιτεία βρίσκεται στον κολοφώνα της δόξας της.
Διόλου τυχαία, τα μνημειακά αυτά έργα σημάδεψαν την ιστορία της αρχιτεκτονικής, αποτυπώνοντας τις αρχές της κλασικής ναοδομίας,αλλά όχι μόνο αυτής, σε όλη την επιβλητική τους μεγαλοπρέπεια, αποκρυσταλλώνοντας ένα σύνολο γνωρισμάτων που καθιερώθηκε στην ιστορία ως “παρθενώνειο ύφος”.

 ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ ΚΑΙ ΓΛΥΠΤΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ

Ο Παρθενώνας συνιστά την ύψιστη έκφανση του κλασικού ιδεώδους. Κατά γενική παραδοχή, αποτελεί το επιστέγασμα των προσπαθειών των αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών της εποχής που ανεγέρθηκε, προκειμένου να εκφράσουν την υπέρτατη ωραιότητα, την μέγιστη συμμετρία, το πιο αρμονικό αποτέλεσμα στο πεδίο της μνημειακής αρχιτεκτονικής και ναοδομίας. Αποτελεί τον πλέον επιβλητικό ναό της Ακροπόλεως, αντιπροσωπεύοντας τη σύνθεση του δωρικού με τον ιωνικό ρυθμό. O ναός ανήκει στην κατηγορία των περίπτερων, επειδή έφερε περιμετρικά “πτερό”, είναι δε οκτάστυλος, καθώς σε κάθε στενή πλευρά του έχει οκτώ κίονες. Στις μακρές πλευρές, έχει δεκαεπτά κίονες, συγκροτώντας το εξωτερικό πτερό με σαράντα έξι κίονες. Είναι δε ολομάρμαρος, όπως όλα τα σημαντικά μνημεία της Ακροπόλεως.
Οι μετόπες του Παρθενώνα απεικονίζουν σκηνές οι οποίες καλλιτεχνικά παρέχουν την αφηγηματική εξιστόρηση της Γιγαντομαχίας, της Κενταυρομαχίας καθώς επίσης παρουσιάζουν σκηνές προερχόμενες από την άλωση της Τροίας. Πρόκειται για έξεργα ανάγλυφα, εξαιρετικής ποιότητας που σμιλεύτηκαν από τον Φειδία και τους συνεργάτες του (Αλκαμένη, Κρησίλα, Αγοράκριτο). Η ζωφόρος η οποία διατρέχει τον ναό, αποδίδει την πομπή από τη μεγαλειώδη εορτή των Παναθηναίων. Το ανατολικό αέτωμα του ναού, παρουσιάζει την γέννηση της Θεάς Αθηνάς, πάνοπλης έχοντας εξέλθει, σύμφωνα με τον μύθο, από την κεφαλή του Διός, ενώ το δυτικό αναφέρεται στην διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας στην πόλη, που διεξήχθη μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα[1].
Είναι γεγονός ότι ο Παρθενώνας κατέχει μία μοναδικότητα από αρχιτεκτονικής απόψεως. Η ιδιαιτερότητα αυτή έγκειται στο γεγονός ότι η κατασκευή του υπήρξε απόρροια της εκλεπτύνσεως και τελειοποιήσεως όλων των υφισταμένων μέχρι εκείνη την εποχή κανόνων και τεχνικών συνθέσεως/επεξεργασίας των δομικών υλικών, η συναρμογή των οποίων προσέδωσε ένα αποτέλεσμα αισθητικής και τεχνικής αρτιότητος που αγγίζει τα όρια της τελειότητας. Αντικρύζοντάς τον ο επισκέπτης από τα Προπύλαια, τον βλέπει σε διάταξη πλάγια, δηλαδή υπό γωνία. Πρόκειται για έναν κορυφαίο αισθητικό κανόνα, σύμφωνα με τον καθηγητή Δοξιάδη. Η θεμελίωση του μνημείου κατά τρόπο “λοξό”, επιτρέπει τη συνολική παράστασή του, μέσα από τη θέαση της δυτικής και της βορεινής πλευράς. Διακρίνεται απτην αρχή των “ίσων γωνιών”, αισθητικός κανόνας ανταποκρινόμενος στην αρμονία του χώρου και στην φυσιολογία που διακρίνει την ανθρώπινη όραση. Η κατασκευαστική ακρίβεια που τον διέπει, απετέλεσε αντικείμενο επισταμένων μετρήσεων από νεώτερους ερευνητές, επισημαίνοντας ακόμη και την εφαρμογή διορθωτικών λεπτομερειών για την απόδοση μίας τέλειας εικόνας[2].
Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να αποδοθεί στις οπτικές διορθώσεις τις οποίες έχει υποστεί ο Παρθενώνας. Παρατηρώντας προσεκτικά τους κίονες του ναού, διαπιστώνεται ότι από ένα σημείο και πάνω οι σπόνδυλοι υφίστανται μείωση, δηλ. οι στύλοι ως προς τη διάμετρό τους στενεύουν, γεγονός το οποίο προσδίδει μία παραστατική εικόνα της ανυψωτικής κατευθύνσεως του οικοδομήματος. Το μετακιόνιο διάστημα επίσης δεν είναι ίδιο ανάμεσα στους κίονες κι αυτό το γεγονός προσδίδει την ανεπαίσθητη εντύπωση της κινητικής ροής του οικοδομήματος, πανομοιότυπα προς την βάδιση ενός ανθρώπου.
Η ανέγερση του Παρθενώνα, υποδηλώνει την ύπαρξη μίας ιδιαίτερης μαθηματικής/γεωμετρικής γνώσεως, η οποία έτυχε τεχνικής εφαρμογής στο συγκεκριμένο οικοδόμημα κατά μοναδικό τρόπο. Στην αρχιτεκτονική κατασκευή του κυριαρχούν οι καμπυλώσεις, είτε πρόκειται για τον στυλοβάτη είτε για τα επιστύλια. Οι κίονες έχουν ελαφρά κλίση προς τα μέσα, ενώ στο 1/3 περίπου του ύψους τους, διακρίνεται μία έξαρση, η λεγόμενη “ένταση”, υποδηλώνοντας την προσπάθεια που καταβάλει ενός ζωντανός οργανισμός να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος. Οι γωνιακοί κίονες παρουσιάζουν μία κλίση από τη βάση-γενέτειρά τους προς τα έξω, λειτουργώντας ως “αντηρίδες” στηρίξεως της όλης κατασκευής[3].
Η στέγη του ναού ήταν αμφικλινής, αποτελούμενη από λεπτές μαρμάρινες πλάκες κεραμειδοειδείς από πεντελικό μάρμαρο, οι οποίες ευνοούσαν την διάθλαση/διάχυση του φωτός. Tα περιμετρικά πτερά όπως και ο πρόναος και ο οπισθόναος διέθεταν μαρμάρινες οροφές, αποτελούμενες από οριζόντιες πλάκες, με φατνώματα, τετράγωνες βαθύνσεις με περιμετρικά κυμάτια και ζωγραφιστές διακοσμήσεις. Στις επιμήκεις πλευρές του ναού τα μαρμαροκεραμίδια κατέληγαν σε ακροκέραμα, που είχαν τη μορφή ανθεμίου. Στα τέσσερα άκρα της στέγης υφίσταντο λεοντοκεφαλές .Ο ναός, οικοδομήθηκε στη θέση αρχαιότερου ναού, του προ-Παρθενώνα. Διαρθρωνόταν σε τρία τμήματα: τον πρόναο, τον σηκό και τον οπισθόναο. Στον ανατολικό χώρο, εμπρός από διώροφη δωρική κιονοστοιχία σχήματος Π, στεκόταν το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς, έργο του Φειδία[4].
Μπορεί ο Παρθενώνας από αρχιτεκτονικής απόψεως να είναι έργο των Ικτίνου και Καλλικράτη, την γενική εποπτεία όμως του οικοδομικού προγράμματος είχε ο Φειδίας, όπως και του γλυπτικού διακόσμου, θεωρούμενος ως ο έμπιστος ιθύνων νους του Περικλή. Οι ανάγλυφες δημιουργίες της ζωφόρου αλλά και οι μετόπες αποτελούν έργο εμπνεύσεως του Φειδία. Οι μορφές εντυπωσιάζουν με τη στιβαρότητά τους, αποτέλεσμα το οποίο επιτυγχάνεται με την απόδοση μίας ανεπτυγμένης μυολογίας, όσον αφορά τις γυμνές παραστάσεις, με την απεικόνιση βαρειών υφασμάτων, τα οποία καλύπτουν τις ενδεδυμένες μορφές, συμβάλλοντας στην ανάδειξη των κρυμμένων μελών τους, τονίζοντας τη δραματική τους κίνηση. Η τεχνοτροπική αυτή δεξιοτεχνία, κατέστη ευκρινής στα αετώματα του ναού. Απετέλεσε μάλιστα μία καινοτομία για την γλυπτική, η οποία μορφοποίησε μία τάση αποκαλούμενη “παρθενώνεια”, επηρεάζοντας την αττική αλλά και ευρύτερα την ελληνική γλυπτική περαιτέρω δημιουργία[5]
Δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας το γεγονός ότι ο πλούσιος διάκοσμος του Παρθενώνα, προσιδιάζει περισσότερο σε θησαυρό, παρά σε ναό. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν μας το γεγονός ότι στον οπισθόδομο του ναού υφίστατο θησαυροφυλάκιο (ταμείο Δηλιακής συμμαχίας) και ότι η αρχέγονη λατρεία της Αθηνάς Πολιάδος διεξαγόταν στο Ερέχθειο, παρά την ύπαρξη του επιβλητικού, ύψους 13 μέτρων, χρυσελεφάντινου αγάλματος της Θεάς που στεγαζόταν εντός του σηκού του Παρθενώνα, το οικοδόμημα αυτό είχε διττή λειτουργία (ναού και θησαυροφυλακείου).
Η ευλυγισία των μορφών και η κίνηση που αποδίδεται χάρη στις συσπάσεις των άκρων τους και τις πτυχώσεις των ενδυμάτων τους (έκφραση “πλούσιου ρυθμού”), αναδεικνύουν τα έργα του Φειδία σε πρότυπα τελειότητος. Μέσα από τα έργα που σμιλεύει, επέρχεται ο εξανθρωπισμός των Θεών και η εξιδανίκευση/ωραιοποίηση των ανθρώπων, μετουσιώνοντας τα οράματα αιώνων σε επίπεδο αισθητικής αρτιότητος και νοηματικής εμβρίθειας. Ο Φειδίας μέσα από την παρουσίαση των γλυπτών του Παρθενώνα ανέδειξε πρότυπα δυνάμεως και θελήσεως, τα οποία απέδωσε με ξεχωριστή έμπνευση και ένταση.
Η απόσπαση/καταστροφή σημαντικού μέρους του γλυπτικού του διακόσμου, “τραυματίζει” την ιστορική υπόσταση του μνημείου, καθώς οι συνθέσεις που το πλαισιώνουν σχετίζονται άμεσα με την ιστορία του τόπου και τον σκοπό που εξυπηρετεί το μνημείο για τον οποίο ανεγέρθηκε. Γι΄ αυτό η επιστροφή όσων τμημάτων διασώζονται, αποτελεί επιτακτική αναγκαιότητα και πάγιο αίτημα της χώρας μας.

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Η ανέγερση του Παρθενώνα eίναι συνυφασμένη με το ευρύτερο οικοδομικό, πολιτικό αλλά και καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Περικλή να κοσμήσει με περικαλλή ιερά και μνημεία την Ακρόπολη των Αθηνών, σε μία χρονική στιγμή κατά την οποία η Αθήνα βρίσκεται στο ζενίθ της ακμής της. Ξεκινά μετά τη σύναψη της συνθήκης του Καλλία με τους Πέρσες, εν μέσω σταθερότητος και επικυριαρχίας των Αθηνών σε μεγάλο τμήμα του ελλαδικού χώρου.
Ο Περικλής, διαπνέεται από μεγαλεπήβολα οράματα που σχετίζονται με την ενίσχυση της θαλασσοκρατορίας των Αθηνών και την άσκηση ηγεμονικής πολιτικής στον ελληνικό κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό, η ανέγερση του Παρθενώνα και ευρύτερα η οικοδόμηση της Ακροπόλεως, ενέχει έναν σαφή συμβολισμό που εκπέμπει την ευμάρεια, την ισχύ και την πνευματική άνθηση των Αθηνών. Ο συνδυασμός του δωρικού και ιωνικού ρυθμού στον ίδιο ναό, εκφράζει το ιδανικό της συγκλίσεως των Ελλήνων, απηχεί ένα ενωτικό μήνυμα. Η μαθηματική αρμονία που διέπει το οικοδόμημα, ο συνδυασμός παραδοσιακών ρυθμών με νέες καινοτομίες, αντιπροσωπεύουν τα ιδεώδη της ελευθερίας και του πνεύματος. Η πομπή των Παναθηναίων της ζωφόρου, υποδηλώνει την πάνδημη συμμετοχή του λαού, παραπέμποντας υπαινικιτκά στον χαρακτήρα του πολιτεύματος[6]
Η σύναξη των Θεών, όπως απεικονίζεται στο ανατολικό αέτωμα που αναφέρεται στη γέννηση της Αθηνάς, αποτελεί μία αποθεωτική επίκληση της εκκλησίας του Δήμου. Η Γιγαντομαχία, που αποδίδεται στις μετόπες, απηχεί την σύγκρουση του Καλού με το Κακό και την κατίσχυση του Καλού, ενώ η Αμαζονομαχία υπαινίσσεται τη σύγκρουση των Ελλήνων με τους Πέρσες. Οι μετόπες του Παρθενώνα, αποδίδοντας κατά αφηγηματικό τρόπο σκηνές μυθολογικές ή ιστορικές συνέδεαν το παρόν με το παρελθόν, συμβόλιζαν τον θρίαμβο του έλλογου μέτρου και της τάξεως, ιδανικά τα οποία αντιπροσωπεύουν οι Έλληνες και ιδίως οι Αθηναίοι, έναντι των δυνάμεων του χάους, που εκπροσωπούν οι βάρβαροι. Επιπροσθέτως, απεικονίζουν τον θρίαμβο των Αθηναίων, είτε κατά την περίοδο της ειρήνης, είτε σε αυτή του πολέμου.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Παρθενώνας και ευρύτερα το οικοδομικό/καλλιτεχνικό πρόγραμμα της Ακροπόλεως, συμπυκνώνει την ισχύ, την αίγλη και την ηγεμονική επικυριαρχία των Αθηνών, εκπέμποντας τις ολοένα και μεγαλύτερες φιλοδοξίες της.


ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΩΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

Ο Παρθενώνας αποτελεί αιώνιο σύμβολο του Ελληνισμού, κορυφαίο αρχιτεκτονικό πρότυπο, όπως και ολόκληρη η Ακρόπολη των Αθηνών, η οποία σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου, θα έπρεπε από κοινού με τη φύση να “ιχνηλατεί” την πορεία της κάθε τέχνης.
Στα τέλη του 18ου αιώνα και καθ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου έως τις αρχές του 20ού, στην Ευρώπη, κι αργότερα και στην Ελλάδα, αναπτύσσεται το ρεύμα του νεοκλασικισμού, το οποίο αντλεί εμπνεύσεις από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική διακρίνεται από το μεγαλείο της κλίμακας, την απλότητα των γεωμετρικών σχημάτων, την απόδοση της λεπτομέρειας, Οι Ευρωπαίοι υϊοθετούν τον νεοκλασικισμό για πρόσκτηση αίγλης και ως ένδειξη ανωτερότητας αλλά και από τάση θαυμασμού προς τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα των αρχαίων Ελλήνων.
Ο νεοκλασικισμός στον ελλαδικό χώρο, ιδίως στον τομέα της αρχιτεκτονικής, εισήχθη από τους Γερμανούς φιλέλληνες και επικράτησε κατά την οθωνική περίοδο. Η εισαγωγή του νεοκλασικισμού αποτελεί αναμφίβολα απόρροια της επικρατήσεως της λεγόμενης σχολής του “Ακαδημαϊσμού” που κυριαρχεί στο Μόναχο και της οποίας τα καλλιτεχνικά μηνύματα και οι αρχές μεταλαμπαδεύονται στην Ελλάδα, ιδίως με την ίδρυση της Σχολής Τεχνών το 1836,.μέσω της ελεύσεως ξένων αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών, αλλά και των σπουδών που διεξάγουν Έλληνες στο Μόναχο. Το ρεύμα αυτό αποσκοπεί να αποκόψει τον Ελληνισμό από τον “οριενταλισμό”, απαλείφοντας οιαδήποτε εναπομείναντα κατάλοιπα της οθωμανοκρατίας, στρέφοντάς τον προς την δύση. Παράλληλα τυγχάνει αποδοχής και από τους ίδιους τους Έλληνεw, καθώς δεν διαθέτουν εναλλακτική αρχιτεκτονική πρόταση και γιατί παραπέμπει στις αυθεντικές ρίζες τους. Ταυτόχρονα τους επανασυνδέει με τους “φυσικούς” συγγενείς τους, τους ευρωπαϊκούς λαούς, από άποψη εθνολογική και πολιτισμική. Προσιδίαζε στο αθηναϊκό περιβάλλον, έναντι οιασδήποτε άλλης μετακλασσικής αρχιτεκτονικής, υπό την αυστηρή όμως προϋπόθεση ότι θα εκδηλωνόταν με σεμνότητα και μέτρο[7] Αρχικά, πεδίο εφαρμογής των αρχών του βρήκε στα δημόσιου χαρακτήρα κτίρια, όπως στο Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία, την Εθνική Βιβλιοθήκη, την Παλαιά Βουλή, το Ζάππειο Μέγαρο, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο κ.α. Σταδιακά, επεκτείνεται στην κατασκευή πολυτελών μεγάρων, με πρωτοπόρους τους αρχιτέκτονες Σάουμπερτ, Κλεάνθη και τέλος τον Ερνέστο Τσίλλερ, ο οποίος προσδίδει στον νεοκλασικισμό νέα διάσταση, εμπλουτίζοντας το αρχιτεκτονικό του ύφος με περίτεχνες διακοσμήσεις. Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι η ανέγερση του “Ιλίου Μελάθρου” (οικία Σλήμαν).Έχει προηγηθεί η περίοδος των Θ. Χάνσεν και Λ. Καυταντζόγλου, οι οποίοι προσδίδουν στον κλασικισμό μία “νεωτερική τάση”, αποδίδοντας έμφαση στην πλαστική σύνθεση και μορφή του κτιρίου και επικέντρωση στους αρχαίους ρυθμούς[8] (λ.χ. κτίριο Εθνικής Βιβλιοθήκης, η πρόσοψη του οποίου ομοιάζει προς τον Παρθενώνα),
Η έξαρση του νεοκλασισμού, απέρρεε από την ιδεολογική ανάγκη να καταδειχθεί η αδιάπτωτη συνέχεια με τις αρχέγονες πατρογονικές παραδόσεις. Παράλληλα, το νεοκλασικό ιδεώδες υπηρετούσε τα μεγαλοϊδεατικά οράματα που είχαν αναπτυχθεί κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, οράματα τα οποία μόνο με το αρχαίο παρελθόν θα μπορούσαν να συζευχθούν, αν και στην πορεία ενσωματώθηκαν και βυζαντινά στοιχεία. Ο Klenze, διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο σε αυτή την διεργασία, προκρίνοντας την επαναφορά των αρχαιοελληνικών αρχών σχεδιασμού. Καθώς το 1834 του ανατίθεται να αναμορφώσει τα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, αναδεικνύει το αρχαιοελληνικό παρελθόν της πόλεως, τονίζοντας τη σύνδεσή της με τις αρχέγονες ρίζες, προβάλλοντας την ιστορική συνέχεια. Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί την επαναφορά των αρχαιοελληνικών αρχιτεκτονικών αρχετύπων τα οποία εκπηγάζουν από την πόλη και τον πολιτισμό εκείνον απ΄ όπου απέρρευσαν πλείστα επιστημονικά επιτεύγματα, φιλοσοφικά έργα, δρομολογώντας τον Διαφωτισμό[9]. Απτή απόδειξη της ιστορικής συνέχειας, ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα Αθήνα, αποτελεί το γεογνός ότι επιλέγονται περιοχές έμφορτες ιστορικής σημασίας για την επιτέλεση ανάλογων λειτουργιών στον παρόντα ιστορικό κύκλο της πρωτεύουσας, όπως η χωροθέτηση ποικίλων πολιτιστικών αλλά και επιστημονικών δραστηριοτήτων στην περιοχή του αρχαίου Λυκείου, πλησίον του Σταδίου[10].

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Παρθενώνας αποτελεί το επιστέγασμα της ελληνικής κλασικής αρχιτεκτονικής, εκφράζοντας το ιδεώδες της πανελλήνιας ενότητας και συνάμα αποτελούσε μνημειακή υπόμνηση της ισχύος και της κατισχύσεως των Αθηνών σε κάθε δυνατό επίπεδο.
Απετέλεσε διαχρονικό πρότυπο, θέτοντας κανόνες απαραβίαστους για την αρχιτεκτονική τέχνη ανά τους αιώνες, αποτελώντας σημείο εμπνεύσεως και βασικής αναφοράς του νεοκλασικιστικού κινήματος το οποίο εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, έχοντας ως επίκεντρό του το Μόναχο, επηρεάζοντας σε καθοριστικό βαθμό την κατεύθυνση της ελληνικής αρχιτεκτονικής συνθέσεως κατά τον 19ο μέχρι και τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


[1] .Δ. Πλάντζος: Κεφάλαιο “Η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδος”, σελ. 246, από το βιβλίο Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, τόμος Α, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

[2] Κεφάλαιο “Αρχαία Ελληνική Αρχιτεκτονική”, σελ. 38, από το βιβλίο Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμος Δ, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

[3] ως ανωτέρω, σελ. 39.

[4] Δικτυογραφία:  «Παρθενώνας», Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης.

[5] .Δ. Πλάντζος: Κεφάλαιο “Η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδος”, σελ. 248, από το βιβλίο Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, τόμος Α, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

[6] Κ.Σουέρεφς: Κεφάλαιο “Ιδεολογικά στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης”, σελ. 173, από το βιβλίο Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη, τόμος Α, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999. 

[7]  Μπίρης, Κ.Η. 1939. «Εκατό Χρόνια Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής», Τεχνικά Χρονικά, 1 Μαρτίου 1939, σελ. 172,

[8] όπως ανωτέρω, σελ. 173.

[9] Παπαδοπούλου, Ε. 2014. Πολιτική Διαχείριση του Νεοκλασικισμού στο Ελληνικό Βασίλειο: 19ος αιώνας, σελ. 57, [διδακτορική διατριβή]. Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

[10] ως ανωτέρω, σελ. 68.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ