Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Η χιλιετής περίοδος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, υπήρξε μία μακραίωνη διαδρομή, στο πλαίσιο της οποίας συντελέστηκαν πολυάριθμες μεταβολές. Μέσα σε αυτό το φάσμα των ανακατατάξεων, θα ήταν αδύνατον να παραμείνει ανεπηρέαστη η ελληνική γλώσσα, η οποία υφίσταται διαδοχικές προσαρμογές, από τον αττικό τύπο στην ελληνιστική κοινή και συνακόλουθα στην γλώσσα του Βυζαντίου. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα υπήρξε ανέκαθεν η γλώσσα του πολιτισμού και ακόμη και οι Ρωμαίοι επιδίδονταν στην εκμάθησή της, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με το απόσταγμα της ελληνικής σκέψης, επίσημη γλώσσα παρέμενε η λατινική. Mόνο μετά την διαίρεση της αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική, το 395 μ.Χ., καθίσταται η ελληνική ισότιμη της λατινικής κυριαρχώντας στην απονομή της δικαιοσύνης και στην εκπαίδευση της τρίτης βαθμίδας. Σταδιακά η ελληνική κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, έως ότου τον 7ο αιώνα επέρχεται η οριστική επικράτησή της.
Παρατηρείται ωστόσο η διάκριση της γραπτής ελληνικής γλώσσας σε τρεις κατηγορίες ή μορφές που απηχούν ιδεολογικές και κοινωνικές διεργασίες με πολιτισμικό υπόβαθρο. Αναπτύσσεται η αρχαίζουσα/αττικίζουσα γλώσσα, η κοινή καθώς και η δημώδης.
Ο αρχαϊσμός/αττικισμός στη γλώσσα, αποτελεί μία λόγια έκφανση, οι ρίζες της οποίας ανάγονται στους ελληνιστικούς χρόνους (2ο π.Χ. αιώνα). Στην γλωσσική αυτή μορφή έχει αποδοθεί το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής γραμματείας, συνιστώντας το αντίβαρο στην περίτεχνη και πομπώδη έκφραση που προωθούσε ο “ασιανισμός”, απότοκο των αρνητικών επιδράσεων των εθών της ανατολής Οι βυζαντινοί λόγιοι απέδωσαν ιδιάζουσα βαρύτητα στις ελληνικές διαλέκτους, ιδίως στις ιωνικές και δωρικές, επιδιδόμενοι στην μίμηση έργων που είχαν συνταχθεί σε αυτές. Πεποίθησή τους ήταν ότι μόνο με την υϊοθέτηση του αττικού ύφους θα ανέτασαν τον πολιτισμό, συγγράφοντας έργα εφάμιλλα των αρχαίων. Κάτω από αυτό το πρίσμα, ρητοροδιδάσκαλοι όπως ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς καθιστούν σημεία αναφοράς της λόγιας έκφρασης τα έργα μεγάλων αττικών ρητόρων (Λυσία, Δημοσθένη) ή άλλοι ενστερνίζονται το ύφος γραφής φιλοσόφων όπως ο Πλάτωνας. Δεν αρκούνται όμως στην υϊοθέτηση ανάλογης σύνταξης, αλλά αναζητούν εξεζητημένες λέξεις, εξετάζοντας εάν οι εκφράσεις τους προσιδιάζουν στην τυπολογία των αρχαίων κλασικών, ιδίως των αττικών, κειμένων. Το γεγονός αυτό προσέδωσε μία αρνητική διάσταση στο ρεύμα των αρχαϊστών, καθώς ο γλωσσικός τύπος που μετήλθαν, αποτελούσε μία “τεχνητή” γλώσσα, αποκομμένη από την ζώσα πραγματικότητα της εποχής τους. Μη αρκούμενοι στην αττική γλώσσα του 5ου-4ου αιώνα π.Χ., χρησιμοποίησαν ένα ευρύ φάσμα λεκτικών εκφράσεων, εκτεινόμενο από τα ομηρικά χρόνια μέχρι και την εποχή του σοφιστή Λιβανίου (4ος αιώνας μΧ). Το γεγονός αυτό το επεσήμαναν διαπρεπείς ιστορικοί όπως ο Α. Toynbee, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι εφικτό να αναπλασθεί το “μεγαλείο” μίας περασμένης εποχής, καταφεύγοντας στην απομίμηση της γλώσσας εκείνης στην οποία έχει αποτυπωθεί μία σημαντική λογοτεχνική παρακαταθήκη.
Παράλληλα προς την αττικίζουσα/αρχαίζουσα γραπτή γλώσσα, αναπτύχθηκε και η κοινή, οι ρίζες της οποίας ανευρίσκονται επίσης στην αττική διάλεκτο, αποτελώντας απλοποιημένη εκδοχή της όπως διαμορφώθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους. Πρόκειται για την αβίαστη εξέλιξη της γλώσσας, ενσωματώνοντας τύπους, λέξεις, εκφράσεις από το πεδίο της καθημερινής ζωής, διαμορφώνοντας μία γλώσσα απλή, εύπλαστη, ένα μέσο επικοινωνίας όλων των λαών που διαβιούσαν εντός της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η γλώσσα αυτή, υπερισχύει σταδιακά της αττικίζουσας διαλέκτου, μεταξύ 7ου-10ου αιώνα. Είναι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια. Επιπλέον έχοντας αποβάλλει τη χρήση εκφράσεων δυσνόητων, ήταν καταληπτή από όσους μετείχαν της ελληνικής παιδείας, χρησιμοποιώντας την με ευχέρεια. Γλώσσα ζωντανή και εξελισσόμενη, αποδίδοντάς την με τον σημερινό όρο της “καθομιλουμένης”, παρά το γεγονός ότι τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα γύρω από τον αυτοκράτορα και οι λόγιοι επέμεναν στην χρήση της “αττικίζουσας” διαλέκτου.
Tαυτόχρονα με την αττικίζουσα και την κοινή, αναπτύσσεται και μια άλλη μορφή γλωσσικής έκφρασης, η δημώδης. Πρόκειται για μία λαϊκότροπης υφής λογοτεχνική διάλεκτο, η οποία ωστόσο δεν μένει ανεπηρέαστη από την αττικίζουσα τάση. Η δημώδης γλώσσα αποκτά υφολογικό περιεχόμενο που άλλοτε συγκλίνει προς την αττική και άλλοτε τείνει προς την κοινή γλώσσα, αποτελώντας τον προπομπό για την μετάβαση στη νέα ελληνική. Μη αναπτυσσόμενη η προάσπιση αυτοτελούς βυζαντινής δημοτικής, σημειώθηκαν επιδράσεις της αττικίζουσας διαλέκτου, ακόμη και σε αυτήν.
Είναι γεγονός αναντίρρητο, ότι κάποια κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα διακρίνουν όλες τις μορφές γλωσσικών εκφάνσεων στο Βυζάντιο (κοινή, αττικίζουσα, δημώδη), συνθέτοντας την μεσαιωνική ελληνική γλώσσα. Η μεσαιωνική γλώσσα, όρος προερχόμενος από την δύση, είναι η γλώσσα της εποχής που έπεται της αρχαιότητας και προηγείται της νεώτερης ελληνικής περιόδου. Σταδιακά αναπτύσσει γνωρίσματα που την διαφοροποιούν από την αρχαία διάλεκτο (ήδη από την ελληνιστική εποχή, π.χ. αποβολή ευκτικής έγκλισης, δυϊκού αριθμού, δοτικής πτώσης, μετατροπή του προσωδιακού μέτρου σε τονικό), ενώ παράλληλα υφίστανται απλουστευτικές διεργασίες οι οποίες αποτελούν το προοίμιο για να την διαδεχθεί η νεώτερη ελληνική προς την οποία κατατείνει, ιδίως μετά τον 11ο αιώνα.
Η διάσωση, μελέτη και ανάδειξη των έργων που συγκροτούν την αρχαία ελληνική γραμματεία, στον βαθμό που αυτή επιτεύχθηκε, αποτελεί μείζονος σημασίας επιλογή. Στην φιλοσοφική σκέψη, στα συγγράμματα των αρχαίων προγόνων μας, στηρίχθηκε η επιστημονική διεργασία που συντελέστηκε είτε στο Μεσαίωνα, είτε κυρίως στην Αναγέννηση και εντεύθεν. Εικαστικά, πνευματικά, επιστημονικά ρεύματα και κινήματα, από τον Ουμανισμό μέχρι τον Διαφωτισμό, κ.α.εμπνεύστηκαν από την αρχαία ελληνική διανόηση και τα πρωτογενή επιστημονικά πορίσματα των αρχαίων Ελλήνων. Η επίδραση που ασκούν σε κάθε έκφανση του πολιτισμικού γίγνεσθαι, έχει αδιάπτωτη συνέχεια. Επιπρόσθετα, η διδαχή τους, προσφέρει αυτοσυνειδησία, εθνική αυτογνωσία, επίγνωση της διαχρονικής συνέχειας του γένους, εμβάθυνση στην γλώσσα, νοητική εγρήγορση, ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας, ευεργετώντας πολύπλευρα τον Ελληνισμό και κατ΄ επέκταση ολόκληρη την ανθρωπότητα, αποτελώντας κτήμα πολιτιστικό ολόκληρης της οικουμένης.
Στο πρώϊμο βυζαντινό στάδιο, η διατήρηση της αρχαίας γραμματείας συντελείται μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος που διαρθρώνεται σε τρεις βαθμίδες. Κυρίως στη δεύτερη και στην τρίτη βαθμίδα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ο γραμματικός και ο ρήτορας αντίστοιχα διδάσκουν αποσπάσματα του Ομήρου και έργα κλασικών συγγραφέων, πραγματοποιώντας ανάγνωση, ανάλυση και εξαγωγή ηθικών συμπερασμάτων. Επιπλέον, στην τρίτη βαθμίδα, όπου το επίπεδο εκπαίδευσης είναι υψηλότερο κι οι απαιτήσεις ανάλογες, ο ρήτορας ζητά από τους σπουδαστές να ανασκευάσουν, αντικρούσουν ή να υπερασπιστούν μία θέση, να κάνουν συγκρίσεις προσώπων με επιχειρήματα, επιδιδόμενοι σε τεχνικές εξάσκησης της ρητορικής και του δικανικού λόγου.
Κατά την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίου Α’ ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη ένα μεγάλο αντιγραφικό κέντρο λειτουργώντας υπό την αιγίδα του κράτους, στο πλαίσιο του οποίου ειδικοί καλλιγράφοι επιδίδονται στην μεταγραφή των έργων των Ελλήνων φιλοσόφων, ιστορικών, ποιητών, ρητόρων, αναζητώντας κάθε αρχαίο και παλαιό χειρόγραφο είναι δυνατόν να ανευρεθεί και περισωθεί.
Η μετάβαση από τα ειλητάρια, μακριές και δύσχρηστες κυλινδρικές λωρίδες περγαμηνών στους κώδικες, χειρόγραφα σχήματος βιβλίου, διευκολύνει την καταγραφή και ανάγνωση, ενώ συμβάλλει στην καλύτερη διατήρησή τους. Η Κωνσταντινούπολη αναδεικνύεται σε πολιτιστικό κέντρο της αυτοκρατορίας, μεταβαλλόμενη σε πόλη έλξης μεγάλου αριθμού λογίων. Ιδρύεται αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη, ενώ παράλληλα εγκαθιδρύεται τριτοβάθμια εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου, το λεγόμενο Πανδιδακτήριο. Μέχρι εκείνη την εποχή, λειτουργούν περιφερειακά κέντρα όπως η Αλεξάνδρεια, η Αθήνα (η πλατωνική ακαδημία ανθίζει πάλι έως τον 5ο αιώνα με τον Πρόκλο), η Αντιόχεια (Λιβάνιος), η Καισαρεία της Παλαιστίνης, η Βηρυτός με τη νομική σχολή και η Γάζα με σημαντική σχολή ρητορικής.
Κατά τον 4ο αιώνα, η αρχαία ελληνική γραμματεία διασώζεται τελώντας υπό την αυτοκρατορική προστασία, ενώ η εκκλησία αξιοποιεί τη ρητορική, το απαύγασμα της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας, αντί να το καταστρέψει, στρέφοντάς το εναντίον των αντιπάλων της. Η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, προσδίδει κύρος, δημιουργεί ευγλωττία εκγυμνάζοντας τον νου, προϋποθέσεις απαραίτητες για εκείνους που επιθυμούν να καταλάβουν ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα. Με αυτό το σκεπτικό, η εκκλησία αξιοποιεί την ελληνική παιδεία, η επιλεκτική ανάγνωση κειμένων της οποίας επιφέρει εξευγενισμό του λόγου, εμπλουτισμό του συντακτικού και της γραμματικής, παρέχει θεολογικά επιχειρήματα κατά των αντιπάλων της, είτε πρόκειται για “αιρετικές παρεκκλίσεις” είτε για τους εθνικούς. Χαρακτηρίζει τα αρχαία κείμενα ως προπαιδευτικά για την εναργέστερη κατανόηση της Αγίας Γραφής, ανέχεται δε τη μελέτη τους, στο βαθμό που δεν επιφέρει την διολίσθηση των νέων προς την αρχαία θρησκεία, έχοντας επίγνωση ότι η ελευθερία του στοχασμού και η γοητεία του λόγου που ενέχει η ελληνική γραμματεία, είναι ευεπίφορες για απομάκρυνση των νέων από το χριστιανικό δόγμα.
Την “εξισορρόπηση” μεταξύ ελληνικής παράδοσης και χριστιανισμού, διαδέχονται αιώνες απηνών διωγμών και αμείλικτης πολεμικής η οποία στρέφεται κατά γραμματικών, σοφιστών και ρητόρων. Άνθρωποι του πνεύματος διώκονται, μαστιγώνονται, φυλακίζονται, συγγράμματα των “εθνικών” παραδίδονται στην πυρά στην Ανατολή, στην Δύση πρωτοπόροι του πνεύματος όπως ο Τζορντάνο Μπρούνο καίγονται ζωντανοί, ενώ ο Γαλιλαίος αναγκάζεται υπό τον φόβο της Ιερής Εξέτασης να ανασκευάσει την θεωρία του...
Την αρχή κάνει ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, με την απαγόρευση λειτουργίας των φιλοσοφικών σχολών το 529 μ.Χ. Ακολουθούν αιώνες κατά τους οποίους η εκπαίδευση εξασθενεί και η διάδοση της αρχαίας γραμματείας γίνεται σε περιορισμένη κλίμακα, από μεμονωμένους ιδιώτες. Αν και πάσχει τεκμηρίωσης, έχει υποστηριχθεί ότι ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος, πυρπόλησε τη βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο θανατώνοντας τους καθηγητές του, λόγω διαφωνιών. Είναι καταφανές ότι την απόκκλιση από το ουμανιστικό πνεύμα τροφοδοτεί η εικονομαχία και οι φόβοι της εκκλησίας μήπως υπάρξει παλινδρόμηση των νέων στην αρχαία παράδοση, καθώς η νέα θρησκεία δεν έχει επαρκώς εδραιωθεί. Ο σπινθήρας όμως της γνώσης διατηρείται, έστω υποτονικός, για να αναζωπυρωθεί κατά τον 9ο μ.Χ. αιώνα.
Περί τα τέλη του 8ου αιώνα, ενώ οι ησυχαστικές έριδες έχουν παρέλθει και η εκκλησία έχει εδραιώσει την υπόστασή της, μία ομάδα κρατικών λειτουργών, αποκτώντας ιδιωτικά φιλοσοφική παιδεία, επιδίδεται με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη, στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τις φιλολογικές σπουδές και την αρχαία ελληνική γραμματεία. Παρέχει παράλληλα ώθηση στην αντιγραφή αρχαίων κειμένων, δραστηριότητα η οποία είχε ατονίσει κατά τους προηγούμενους αιώνες. Η άρση των εμποδίων που παρενέβαλλε η εικονομαχία και η ανασφάλεια της εκκλησίας αποτελούν παράγοντες που συντελούν στην άνθιση των σπουδών, σε συνάρτηση με μία επαναστατική καινοτομία στο πεδίο της γραφής: Εγκαταλείπεται η μεγαλογράμματη γραφή και υϊοθετείται η μικρογράμματη, γεγονός συνεπαγόμενο την επιτάχυνση της αναγραφής των κειμένων, την συρρίκνωση του κόστους και την ευχερέστερη ανάγνωση των χειρογράφων. Η χρήση του χαρτιού και η επινόηση της τυπογραφίας, μεταγενέστερα, συνιστούν αληθινή κοσμογονία στην πολιτισμική εξέλιξη της ανθρωπότητας, διαχέοντας τη γνώση σε ευρύτερη κλίμακα με καταφανώς μικρότερο κόστος.
Ενώ αρχικά τα εργαστήρια αντιγραφής αρχαίων συγγραμμάτων εξυπηρετούσαν εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές ανάγκες, στην πορεία η διεργασία αυτή επεκτείνεται, πολλοί λόγιοι που διαθέτουν κλασική παιδεία εμφανίζονται, μετερχόμενοι της αριστοτελικής λογικής. Κατά τον 9ο αιώνα, κυριαρχεί η μορφή του Λεόντα του Φιλοσόφου, ο οποίος ενώ αρχικά διδάσκει ιδιωτικά στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν επιλογής του καίσαρα Βάρδα, αναλαμβάνει την διεύθυνση της Φιλοσοφικής Σχολής της Μαγναύρας. Εκεί διδάσκει με κρατική αρωγή, επικουρούμενος από συνεργάτες του, φιλοσοφία, γραμματική, γεωμετρία και αστρονομία. Δεσπόζουσα προσωπικότητα του 9ου αιώνα, τυγχάνει ο Πατριάρχης Φώτιος. Η εμβρίθεια και κατάρτισή του, αναφορικά με την αρχαιοελληνική γραμματεία και την ορθόδοξη θεολογία, του επέτρεψαν να συντάξει τη “Λέξεων συναγωγή” (λεξικό με χιλιάδες λήμματα), την Μυριόβιβλο (σύνοψη εκκλησιαστικών-κοσμικών έργων) και τα “Αμφιλόχια”.
Ακολουθεί ο λόγιος-μοναχός Αρέθας, στις αρχές του 10ου αιώνα, ο οποίος δημιούργησε εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων, ενώ παράλληλα ήταν σχολιαστής πολλών από αυτά. Επιγραμματικά, η εκπαιδευτική δραστηριότητα δημιουργίας στελεχών μέσω της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η συγκέντρωση χειρογράφων ως πηγή συγγραφής έργων, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά τον 10ο αιώνα, όπου κυριαρχεί η εμβληματική προσωπικότητα του λόγιου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου.
Η οικονομική άνθιση που συντελείται κατά τον 11ο αιώνα, επιφέρει την ανάπτυξη των πόλεων και την αναζωογόνηση της παιδείας. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Μ. Ψελλός και ο Ι. Ξιφιλίνος, έχοντας δημιουργήσει ιδιωτική σχολή με αντικείμενο διδαχής τη φιλοσοφία, τη ρητορική και το δίκαιο, με εντολή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ επιφορτίζονται την εποπτεία των σχολών της πρωτεύουσας, διοριζόμενοι στη θέση του υπάτου των φιλοσόφων και του νομοφύλακα αντίστοιχα. Προκειμένου να αποφύγουν την πολεμική της εκκλησίας, όντας θιασώτες της “θύραθεν παιδείας”, ενδύθηκαν το μοναχικό σχίσμα.
Ο Ψελλός, υπήρξε ο πρώτος βυζαντινός που διέθεται κατανόηση αληθινή της αρχαιοελληνικής σκέψης, μετουσιώνοντάς την σε δημιουργικό πυρήνα του πολυσχιδούς έργου του, καλύπτοντας το σύνολο του γνωστικού φάσματος. Αν και υπέρμαχος του ορθολογισμού, απέφυγε σκόπιμα να έρθει σε αντιπαράθεση με τους εκφραστές του θεοκρατικού ανορθολογισμού, όμως το έργο του δεν απέφυγε την πολεμική της εκκλησίας. Καθώς οι απόψεις του ενείχαν “ανορθόδοξες” φιλοσοφικές προσεγγίσεις, καθαιρέθηκε από το αξίωμα του υπάτου των φιλοσόφων. Ο διάδοχός του, Ιωάννης Ιταλός, υπέστη αφορισμό, κατηγορούμενος ότι ερμήνευσε το μυστήριο της θείας ενσάρκωσης με έλλογο τρόπο. Οι απόψεις των Ψελλού και Ιταλού συνιστούσαν μία αληθινά επαναστατική αλλαγή προς την κατεύθυνση της ελεύθερης σκέψης, η οποία όμως δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω
Η ανάδειξη στον θρόνο του Αλεξίου Α’ Κομνηνού, περιορίζει τις καινοτομίες και υπάγει την εκπαιδευτική διαδικασία κάτω από την εποπτεία της εκκλησίας. Καταργεί τον ύπατο των φιλοσόφων, θεσπίζοντας τρεις νέους αξιωματούχους, του Ευαγγελίου, Ψαλτηρίου και του Αποστόλου, επιφορτισμένους με τον έλεγχο ενδεχόμεων παρεκκλίσεων. Ωστόσο η διδαχή της ρητορικής συνεχίστηκε. Μάλιστα, αναδείχθηκαν από τον πατριαρχικό χώρο λόγιοι όπως ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης με αξιοσημείωτους σχολιασμούς στο ομηρικό έργο
Η διάσωση των αρχαίων ελληνικών έργων, συντελέστηκε στο Βυζάντιο μέσα από τις αντιγραφικές σχολές, ιδιώτες και το εκπαιδευτικό σύστημα, ιδιωτικό ή κρατικό, παρά τα προσκόμματα και τις αντιξοότητες που παρενεβλήθηκαν, ανά περιόδους, οφειλόμενες στον θρησκευτικό φανατισμό.
Το Βυζάντιο διέθετε το πολιτισμικό υπόβαθρο να προχωρήσει στη νέα εποχή, αυτή που επήλθε στην Ευρώπη με την Αναγέννηση, ήδη από τον 9ο αιώνα, όμως η εκκλησία και η αυτοκρατορική εξουσία ανέκοψαν αυτή τη διεργασία.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
Σχόλια