Αποτελεί γεγονός αναντίρρητο ότι η αποικιακή εξάπλωση των Ελλήνων, και ιδίως ο δεύτερος αποικισμός, ως ιστορικό φαινόμενο, υπήρξε απόρροια μίας σειράς πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων, συμβάλλοντας δραστικά στην περαιτέρω διαμόρφωση του Ελληνικού Πολιτισμού. Παράλληλα, κυοφόρησε διεργασίες που επηρέασαν πολυεπίπεδα το πολιτισμικό αλλά και το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Ως γενική διαπίστωση, οπωσδήποτε, η εξάπλωση σε ένα τεράστιο γεωγραφικό μήκος και πλάτος που εκτείνεται από τις Ηράκλειες στήλες του Γιβραλτάρ και την Ισπανία, τη Μασσαλία, μέχρι τις βόρειες ακτές της Αφρικής, τη Μέση Ανατολή, καταλήγοντας στις εσχατιές της Ευρώπης, στην έσχατη Θούλη, σε όλη την κεντρική Ευρώπη κατά μήκος του Δουνάβεως (Ίστρου Ποταμού), μέχρι την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο, απετέλεσε μία τιτάνια προσπάθεια η οποία προσέδωσε πολιτιστική και οικονομική ισχύ στον Ελληνισμό, παρέχοντας ώθηση στην περαιτέρω ανάπτυξή του. Ήταν μία μεγάλη πρόκληση σε κόσμους άγνωστους, στην οποία ο Ελληνισμός ανταπεξήλθε επιτυχώς, αποφέροντας ανέλπιστα θετικά αποτελέσματα...
Οι διεργασίες που προκλήθηκαν στον Ελληνικό Κόσμο, στην αρχαϊκή περίοδο, επέβαλλαν την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας μέσω του αποικισμού. Δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας το γεγονός ότι η ίδρυση αποικιών στη Ν. Ιταλία όπου οι Μυκηναίοι ήδη είχαν εγκαθιδρύσει εμπορικούς σταθμούς, αποτελεί διαπίστωση η οποία συντείνει στην ανάπτυξη του εμπορίου.
Επιπροσθέτως, πολλάκις η ίδρυση αποικιών, υπήρξε απόρροια εσωτερικών συγκρούσεων εντός μίας πόλεως, π.χ. η ίδρυση του Τάραντα πραγματώθηκε από εκδιωχθέντες Σπαρτιάτες. Παράλληλα, με την άμβλυνση του θεσμού της βασιλείας, επέρχεται η ενίσχυση των ευγενών (εσθλών/ευπατρίδων) και συντελείται σταδιακά η μετάβαση στο αριστοκρατικό πολίτευμα. Η οικονομική αναβάθμιση μικρών και μεσαίων καλλιεργητών γης μέσα από την ενασχόληση με το εμπόριο, ναυτιλία, βιοτεχνία, δημιουργεί μία νέα πραγματικότητα, καθώς οι ανερχόμενοι οικονομικά πολίτες, αρχίζουν να διεκδικούν τη συμμετοχή τους στην λήψη των αποφάσεων και στη νομή της εξουσίας, επιφέροντας εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις, οδηγώντας σταδιακά στην διολίσθηση προς καθεστώτα ολιγαρχικά και στην εκτροπή αυτών, στην τυραννίδα.
Ενίοτε, η αύξηση του πληθυσμού, συνδυαζόμενη με εσωτερική κρίση που ενσκύπτει, επηρεάζει καταλυτικά το κοινωνικό γίγνεσθαι με αφορμή την επικυριαρχία επί της γης από τα πλέον εύρωστα στρώματα και τότε η αποικιστική πολιτική λειτουργεί εκτονωτικά, ως έσχατη λύση.
Πέραν όμως αυτών, η εξάπλωση της σιδηρουργίας, υπαγορεύει την αναγκαιότητα για την εξεύρεση και τον έλεγχο/κτήση περιοχών οι οποίες διαθέτουν πλούσια κοιτάσματα με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της μητροπόλεως σε μεταλλεύματα, δημητριακά και γενικότερα πρώτες ύλες, ώστε να δοθεί ώθηση στην βιοτεχνική παραγωγή. Η επεξεργασία των υλικών αυτών, διεύρυνε τους γνωστικούς ορίζοντες, επέφερε εξειδίκευση, οδηγώντας στην παραγωγή προϊόντων, που έδωσαν ώθηση στο εμπόριο και έφεραν πλούτο στις πόλεις.
Τα αρχαιολογικά δεδομένα συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι από τον 8ο αιώνα π.Χ. και εντεύθεν, συντελείται μία δημογραφική έκρηξη, έκφανση της οποίας είναι η διεύρυνση των κατοικουμένων περιοχών αλλά και των νεκροπόλεων. Η αύξηση του πληθυσμού/παιδοποιία αλλά και συρρίκνωση του βαθμού θνησιμότητας, και η οικονομική κρίση που εμφανίστηκε στο όριο των πόλεων/κρατών, επέφερε την κατάτμηση των περιουσιών/γεωργικών εκτάσεων και πυροδότησε είτε την άσκηση επεκτατικής πολιτικής/κατακτητικών πολέμων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα της οικονομίας, είτε της πολιτικής του αποικισμού, προς εκτόνωση του προβλήματος, δίχως να αποκλείονται συνδυαστικές λύσεις. Πόλεις όπως η Σπάρτη και το Άργος προτίμησαν την λύση των κατακτητικών πολέμων, ενώ άλλες όπως η Κόρινθος, η Χαλκίδα, τα Μέγαρα, η Μίλητος στράφηκαν προς τον αποικισμό, επιδεικνύοντας «εξωστρέφεια», για να μετέλθουμε έναν σύγχρονο όρο.
Η αύξηση του πληθυσμού, επιπλέον, είναι συνυφασμένη με την εμφάνιση θεμάτων επισιτισμού. Όταν η γη δεν επαρκεί για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών και εκδηλώνεται το φαινόμενο της στενοχωρίας, δηλαδή της ελλείψεως διαθέσιμων εκτάσεων προς καλλιέργεια, ο αποικισμός παρέχει ένα διέξοδο. Μεταξύ άλλων στόχων, αποσκοπεί στην απόκτηση γαιών από τους ακτήμονες εκείνους που στερούνται γης στις μητροπολιτικές πόλεις και οι οποίοι κινδυνεύουν να εκπέσουν στην κατάσταση της εξαρτήσεως ή και του υποβιβασμού ακόμη στην κατάσταση του δούλου λόγω χρεών, φαινόμενο το οποίο περιγράφει ενδελεχώς ο Ησίοδος στο έργο του «Έργα και Ημέρες».
Η διακίνηση αγαθών, ιδεών και ανθρώπων, αρχικά προς την Ν. Ιταλία και τη Σικελία και σταδιακά σε ολόκληρη την λεκάνη της Μεσογείου, προς τον Εύξεινο Πόντο και τη Μαύρη Θάλασσα, ευνόητο είναι να πυροδοτήσει και εξελίξεις στη ναυσιπλοΐα, ευνοώντας την πρόοδο στον τομέα της τεχνογνωσίας. Επιπλέον, η ναυσιπλοΐα καθίσταται απαραίτητη για την διενέργεια αυτοψιών και την επιλογή νέων τόπων για αποικισμό. Επέρχεται τεχνική εξειδίκευση και πρόοδος, καθώς η ναυτική ισχύς αποτελεί το απαραίτητο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Τα πλοία, παρείχαν πρόσβαση στη θαλάσσια οδό που είναι ο δίαυλος για την διακίνηση προϊόντων, ανθρώπων, την ανάπτυξη της επικοινωνίας, είναι το μέσον για την εξερεύνηση νέων περιοχών και την ικανοποίηση τόσο πρακτικών αναγκών/επιλογή και εγκατάσταση σε νέες γαίες, εξυπηρέτηση εμπορίου, όσο και την ικανοποίηση του ανήσυχου πνεύματος των Ελλήνων. Την περίοδο που εξετάζουμε, κατασκευάζονται τριήρεις και εμφανίζεται η πεντηκόντορος, ταχύτατο πλοίο/γαλέρα το οποίο διαθέτει 50 σειρές από κουπιά.
Επίσης, καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση των αποικιών, διαδραματίζει ο «μύθος του Οδυσσέα», όπως αναδύεται από το επικό ποίημα του Ομήρου, την «Οδύσσεια». Η μεταφορά, διαμέσω προφορικών παραδόσεων, των εξιστορήσεων του Ομήρου από ραψωδούς και η εξύμνηση των κατορθωμάτων του Οδυσσέα και των συντρόφων του, θα εξάψει το ερευνητικό πνεύμα των Ελλήνων οι οποίοι διακατεχόμενοι από τη ναυτοσύνη, αλλά και όντας ανήσυχα/ριψοκίνδυνα πνεύματα, θα θελήσουν να οργώσουν τις θάλασσες προς αναζήτηση νέων γαιών, καταγράφοντας νέα κατορθώματα.
Πέραν αυτών, η ίδρυση αποικιών, ενίοτε έχει σκοπό να ελέγξει κάποιο πέρασμα ή ζωτικής σημασίας στρατηγικό σημείο (λ.χ. τα στενά της Μεσσήνης), είτε την άσκηση γεωπολιτικής/γεωστρατηγικής επιρροής, νοούμενη ως επέκταση του ζωτικού χώρου της μητροπόλεως, ιδίως στους κλασικούς χρόνους (Αθήνα). Είναι προφανές, ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, ακόμη κι αν οι αποικίες αυτονομούνταν/απέκοπταν τον ομφάλιο λώρο με το μητροπολιτικό κέντρο, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και ενίοτε και αλληλοϋποστηρίξεως. Αυτή η σύνδεση συμβάλλει στην θέσπιση συμμαχιών, ενώσεων πόλεων-κρατών, όπου οι προγονικές καταβολές επηρεάζουν την πολιτική των αποικιακών πόλεων.
Μεταξύ Α΄ και Β΄ Αποικισμού, υφίσταται μία ειδοποιός διαφορά, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι ενώ ο πρώτος χαρακτηρίζεται από μετακινήσεις πληθυσμών οι οποίες συντελέστηκαν κάτω από συνθήκες εκτοπισμού από άλλα ελληνικά φύλα που κατέλαβαν τον χώρο τους (Δωριείς), ή υπήρξε απότοκο επιδρομών, ο Β΄ Αποικισμός πραγματώνεται οργανωμένα κυρίως από τις μητροπολιτικές πόλεις και αποσκοπεί στην ανάπτυξη του εμπορίου, στην εξεύρεση πόρων και πρώτων υλών κατά μείζονα λόγο, στην κυριαρχία των Ελλήνων στις θάλασσες, αλλά και στην εκτόνωση κοινωνικών εντάσεων.
Η οργάνωση του αποικισμού συχνά μεθοδεύεται από τις μητροπολιτικές πόλεις, δεν γίνεται σε τυχαία μέρη αλλά σε προκαθορισμένα (έχει προηγηθεί διερεύνηση) και η αναχώρηση των αποίκων γίνεται μέσα σε κλίμα επίσημης τελετής της πόλεως με πάνδημη συμμετοχή, ενώ υπάρχουν και οι περιπτώσεις εκείνες όπου ο αποικισμός διεξάγεται από πληθυσμιακές ομάδες οι οποίες έχουν εκδιωχθεί από τον τόπο τους ή κινούνται αυτόνομα. Συντελείται αρχικά περί τα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα και κλιμακώνεται από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. και εντεύθεν.
Αρχηγοί των αποικιστικών αποστολών, είναι οι λεγόμενοι Οικιστές, προερχόμενοι από την κατηγορία των ευγενών, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με το έργο της διανομής γης στους αποίκους, την θεσμοθέτηση νόμων, εγκαθίδρυση αρχών και με συναφή καθήκοντα οριοθετήσεως των πλαισίων λειτουργίας της νέας πόλεως. Επιπροσθέτως ο Οικιστής είναι επικεφαλής του στρατού σε περίπτωση πολεμικών συρράξεων. Εκτελεί καθήκοντα «διπλωματικής φύσεως», υπό την έννοια ότι ασκεί διαμεσολαβητικό ρόλο για την διευθέτηση ζητημάτων και συνεννοήσεων με τους ντόπιους πληθυσμούς για θέματα που ανακύπτουν.
Οι αποικιστικές αποστολές σε πλείστες περιπτώσεις, πραγματώνονται ύστερα από σχετική χρησμοδοσία του Δελφικού μαντείου ώστε να είναι ευοίωνες. Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά του» (Κεφ. ΘΙ 6,2,4) εξιστορώντας τις συνθήκες υπό τις οποίες οι οικιστές Μύσκελλος και Αρχίας έλαβαν χρησμοδοσία για την ίδρυση του Κρότωνα και των Συρακουσών, αντίστοιχα, ανταποκρινόμενες στα αιτήματά τους για υγεία και πλούτο, καθίσταται αντιληπτός ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτιζε το δελφικό μαντείο ως προς την ίδρυση αποικιών και τον τρόπο που κατηύθηνε τους οικιστές.
Η επιλογή και εγκαθίδρυση μίας νέας αποικίας, είχε χαρακτήρα μόνιμης εγκαταστάσεως και διόλου τυχαία, οι πλείστες εξ αυτών, περιβάλλονταν από εύφορες και μεγάλες εκτάσεις γης. Κατά τον β΄ αποικισμό, ιδίως στους κλασικούς χρόνους, οι νέες αποικίες εγκαθιδρύονται στην Ιταλία/Σικελία πλησίον των παλαιών, όμως το αποικιστικό ρεύμα επεκτείνεται προς τις βόρειες αρχές του Αιγαίου, στον Ελλήσποντο, στην Προποντίδα, στον Εύξεινο Πόντο, (Σινώπη, Τραπεζούντα), στα παράλια της Αφρικής (Κυρήνη) και στις δυτικές ακτές της Μεσογείου. Αυτές οι διεργασίες καθιστούν τους ΄Ελληνες πανίσχυρους, ναυτικά και εμπορικά, από τον Καύκασο έως τις Ηράκλειες στήλες.
Η εγκατάσταση και η επιλογή του τόπου εγκαθιδρύσεως των νέων αποικιών, γινόταν με κριτήριο την ύπαρξη εύφορών γαιών ή πρώτων υλών. Το νόμισμα του Μεταποντίου, είχε ως απεικόνιση το στάχυ, και είναι ενδεικτικό των αγροτικών ιδιοτήτων της περιοχής. Οι κάτοικοι της Θήρας, οι οποίοι προέβησαν στην ίδρυση της Κυρήνης ως αποικίας, αναφέρουν ως κίνητρο μία ξηρασία η οποία διήρκεσε επτά έτη (Ηρόδοτος, 4.151.1), η δε αποικία επελέγη να ιδρυθεί στο σημείο εκείνο όπου υπήρχε ιδιαίτερη τάση βροχοπτώσεως και τα μαντεία προς αυτή την κατεύθυνση ωθούσαν τους αποικιστές.
Οι σχέσεις των αποίκων με τους γηγενείς πληθυσμούς δεν είναι παντού ίδιες. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως σε εκείνη της Σικελίας, η σχέση των ντόπιων με τους Χαλκιδείς αποίκους ήταν ειρηνικές, σε αντίθεση προς τις περιπτώσεις της Γέλας και του Ακράγαντα, όπου είχαν εκδηλωθεί διενέξεις και ανεφάνη εχθρότητα από τους Σικανούς, φιλοπόλεμο λαό. Χαρακτηριστική είναι επίσης η σύγκρουση των Παρίων με τους Θράκες για τον αποικισμό της Θάσου, ενώ οι Κλαζομενείς συγκρούστηκαν επίσης με τους Θράκες, για τον αποικισμό των Αβδήρων.
Στις πρώτες περιπτώσεις, η σύγκλιση των πληθυσμών εμφαίνεται από το γεγονός ότι έχουν ανευρεθεί κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές νεκροταφεία στα οποία συνυπάρχουν οι τάφοι των μεν και των δε, ή στις οικίες των ντόπιων έχουν εντοπιστεί πολλά ελληνικά αντικείμενα, ένδειξη εξοικειώσεως και θετικών επαφών, ενώ στις δεύτερες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί πόλεις/οικισμοί που έχουν λεηλατηθεί ή καταληφθεί, κατεστραμμένα φυλάκια, εκφάνσεις πολεμικής ατμόσφαιρας και κλίματος Στην περίπτωση της Σαμπουτσίνας, ένας οικισμός γηγενών, εξελληνίστηκε περί τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Διόλου τυχαία, ακόμη και σήμερα στην Σικελία, υπάρχει η ανάμνηση της Μεγάλης Ελλάδος και ο πληθυσμός διατηρεί ελληνογενούς προελεύσεως έθιμα αλλά και διαλέκτους. Δε λείπουν, επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις και οι επιγαμίες που επισφραγίζουν την σύγκλιση των γηγενών με τους αποίκους.
Εξ όσων εκτέθηκαν, προκύπτει ότι ο β΄ αποικισμός αποτελεί τη συνισταμένη μίας σειράς παραμέτρων που εκτέθηκαν στο α΄ κεφάλαιο αυτής της εργασίας, κυοφορώντας διεργασίες που επεξέτειναν τον Ελληνισμό πέρα από τα συμβατικά γεωγραφικά όριά του, οδηγώντας στην διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την ανάδειξη σταδιακά της πόλεως-κράτους και την ακμή ευρύτερα του Ελληνικού Κόσμου στους αιώνες που επακολούθησαν.
Επιπροσθέτως, ο β΄ αποικισμός, απετέλεσε την καταλυτική εκείνη διεργασία μέσω της οποίας επήλθε η διάχυση του Ελληνικού Πολιτισμού, των θρησκευτικών αντιλήψεων, της γλώσσας/γραφής, της βιοθεωρίας των Ελλήνων και των κοσμοαντιλήψεων τις οποίες πρέσβευε στις νέες γαίες όπου εγκαταστάθηκαν, επιδρώντας επί των γηγενών πληθυσμών. Υπό αυτό το πρίσμα επιτεύχθηκε ο εξανθρωπισμός και ο εκπολιτισμός της οικουμένης και σφυρηλατήθηκε αργότερα η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, καθώς η αρχέγονη κοινή συνισταμένη των λαών της Ευρώπης, άλλου σε λιγότερο άλλου σε περισσότερο βαθμό, είναι η ελληνική παράδοση και το κοινό υπόβαθρο που δημιούργησαν και εγκαθίδρυσαν οι πρωτοπόροι Έλληνες εκπολιτιστές, είτε πρόκειται για τον Πυθέα τον Μασσαλιώτη, είτε για τον Βύζαντα, είτε για τον Πυθαγόρα στη Μεγάλη Ελλάδα (Κρότωνα) και τους μυθικούς Αργοναύτες στην Κολχίδα... Εξ άλλου και η παράδοση που θέλει κάθε χρόνο να στέλνονται από τον μακρινό βορρά τα μυθικά μήλα των Εσπερίδων στην Ελλάδα, η ταφή των υπερβορείων παρθένων Υπερόχης και Λαοδίκης στην Δήλο, αλληγορεί ακριβώς αυτή την τεράστια πολιτισμική επίδραση και την φυλετική συγγένεια που εμφωλεύει μεταξύ των Ευρωπαϊκών λαών και της κοινής, ελληνικής, πολιτισμικής τους κληρονομιάς...
Η αποικιακή εξάπλωση των Ελλήνων, αναμφισβήτητα, αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο το οποίο δεν δύναται να εξαντληθεί σε ένα και μόνο άρθρο, καθώς τεκμήρια που έχουν ανευρεθεί και πέραν του Ατλαντικού, όπως επιμαρτυρεί η συγγραφέας και ερευνήτρια Ενριέττα Μερτζ στο σύγγραμμά της “Οϊνωψ Πόντος”, αλλά όχι μόνον, θεμελιώνει ισχυρές αποδείξεις περί της αποικιακής εξαπλώσεως των Ελλήνων και πέραν του Ατλαντικού, στοιχείο το οποίο άλλωστε προσιδιάζει και στην ερευνητική φύση των Ελλήνων ως πρωτοπόρων εξερευνητών και θαλασσοπόρων....
Στις αποικίες εφαρμόσθηκαν νέες νομοθεσίες και εγκαινιάσθηκαν πρωτόγνωροι θεσμοί που απετέλεσαν πρότυπα τα οποία ενστερνίσθηκε στη συνέχεια ολόκληρος ο Ελληνικός Κόσμος, συνιστώντας κατά μία έννοια, οι αποικίες, «πειραματικά εργαστήρια» όπου δοκιμάστηκαν και καταξιώθηκαν νέοι θεσμοί, κυοφορώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο τις αναγκαίες συνθήκες για την οικονομική/χρηματοεμπορική εξέλιξη, την σταδιακή ανάδυση της πόλεως-κράτους ως φαινόμενο πολιτειακής συγκροτήσεως, την εξέλιξη των πολιτευμάτων (οπλιτική φάλαγγα), και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών.
Η οικονομική ευμάρεια, η πολιτισμική ανάπτυξη και η ανάταση λοιπόν του Ελληνικού Κόσμου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αποικιακή του εξάπλωση, χάρη στον δυναμικό στόλο που διέθετε. Η ναυτική ισχύς συνεχίστηκε, ανά τους αιώνες, μέχρι που μετά τον 11ο αιώνα μ.Χ. η παραπαίουσα βυζαντινή αυτοκρατορία αναγκάστηκε να εκχωρήσει λιμενικές της υποδομές και να παράσχει προνομιακές διευκολύνσεις στους Γενουάτες και στους Βενετούς, ούσα σε παρακμή. Καταναγκαστική επιλογή με τραγικές συνέπειες, το οποίο επαναλαμβάνεται σήμερα, καθώς το νεοελλαδικό κράτος έχει εκχωρήσει τις βασικές λιμενικές υποδομές της χώρας στους... Κινέζους!
Σχόλια